Ο Τατάνκα αφηγείται τη ζωή του ανάμεσα σε πάγκους, εγγόνια και νοσταλγίες. Από το ντεμπούτο του στο Σαν Σίρο εναντίον της Ίντερ μέχρι τη λύπη του για την Εθνική: «Βλέποντας ποιοι παίζουν σήμερα, τουλάχιστον ένα φιλικό το άξιζα»

Στον Ντάριο Χούμπνερ αρκούσαν δύο πράγματα για να είναι ευτυχισμένος: η οικογένεια και μια μπάλα. «Μερικές φορές θα έπρεπε να κάνω όπως ο Ντάριο Χούμπνερ», τραγουδάει ο Καλκούτα σε ένα τραγούδι αφιερωμένο σε αυτόν, γιατί ο «Τατάνκα», ή «Βίσον», όπως τον αποκαλούσαν όλοι, το 2001 έφτασε στο σημείο να πει «όχι» στην Πρέμιερ Λιγκ και σε ένα συμβόλαιο εκατομμυρίων, μόνο και μόνο για να μείνει κοντά στη γυναίκα και τα παιδιά του. «Θα είχε αλλάξει η ζωή μου, αλλά ένιωθα καλά στη Ρομάνια και δεν ήθελα να αναστατώσω την οικογένειά μου», λέει. Έτσι επέλεξε την Πιατσέντσα, την ομάδα που βρισκόταν πιο κοντά στο σπίτι του, στην Κρέμα. Ακριβώς εκεί, σε ηλικία 35 ετών, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Σέριε Α 2001-02 μαζί με τον Νταβίντ Τρεζεγκέ, καταρρίπτοντας ένα ρεκόρ που ακόμα και σήμερα μοιράζεται μόνο με τον Ίγκορ Πρότι: να έχει αναδειχθεί πρώτος σκόρερ σε όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες της Ιταλίας. Σήμερα ζει όπως και τότε: με τα εγγόνια του, στα δάση ψάχνοντας μανιτάρια και στον πάγκο της Ζέτα Μιλάνο.

Πώς πάει η ζωή ως προπονητής;

«Περνάω καλά. Είμαστε στη Δεύτερη Κατηγορία και με τα παιδιά που έχω, δεν καταβάλλω ιδιαίτερη προσπάθεια. Δεν ξέρω καν αν θα ήμουν ικανός να προπονήσω σε υψηλότερο επίπεδο. Βλέπω τον εαυτό μου περισσότερο ως βοηθό».

Ποιανού θα θέλατε να είστε βοηθός;

«Μου αρέσει η Ίντερ του Τσίβου, αλλά νομίζω ότι θα ήταν ωραία εμπειρία και με τον Γκασπερίνι ή τον Αλέγκρι, ο οποίος έχει τον δικό του τρόπο να προπονεί. Υπάρχουν καλοί προπονητές στο ιταλικό ποδόσφαιρο, γι’ αυτό το παρακολουθώ πολύ. Παρακολουθώ επίσης τη Σέριε Β και τη Σέριε Γ… μερικές φορές είναι λιγότερο βαρετές από τη Σέριε Α».

Φέτος σημειώθηκε το αρνητικό ρεκόρ των γκολ που σημειώθηκαν σε μια αγωνιστική…

«Οι ομάδες έχουν καταλάβει ότι οι βαθμοί μετράνε από την αρχή. Παλιά, στις πρώτες αγωνιστικές, τα αποτελέσματα ήταν 3-1, 4-2, και μετά τους βαθμούς που έχανες τον Οκτώβριο τους πλήρωνες τον Μάιο. Τώρα δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην αμυντική φάση και οι μικρές ομάδες παίζουν χωρίς να εκτίθενται: αν δεν κερδίσεις, τουλάχιστον μην χάσεις. Το πρόβλημα έχει περισσότερο να κάνει με το παιχνίδι… μερικές φορές βλέπω πάρα πολλές πάσες: 15 πάσες για να περάσουν τη μέση του γηπέδου, και μετά στα τελευταία τρία λεπτά, όταν χάνουν με ένα γκολ, μακρινές μπαλιές σαν να μην τελειώνει ποτέ ο αγώνας. Αυτό δεν μου αρέσει».

Δεν πιστεύετε ότι λείπουν ακριβώς οι σκόρερ;

«Θα έπρεπε να επαναφέρουμε το επίπεδο της δεκαετίας του ’90: στη Σέριε Α υπήρχαν φαινόμενα, αλλά και στη Σέριε Β υπήρχαν πολύ δυνατοί επιθετικοί: ο Πάτσι στη Λουκέζε, ο «Κόμπρα» Τοβαλιέρι, ο Μαρούλα στο Κοζέντσα… Όπου κι αν πήγαινες, έβρισκες έναν επιθετικό που μπορούσε να παίξει στη Σέριε Α, αλλά εκεί υπήρχαν τα φαινόμενα και δεν έβρισκες θέση. Σήμερα ο καθαρόαιμος κεντρικός επιθετικός, αυτός που απλά βάζει το γκολ, εξαφανίζεται σιγά-σιγά».

Είχαμε έναν, και πήγε στην Αραβία.

«Ο Ρετέγκι έκανε μια επιλογή ζωής, που εγώ δεν θα έκανα ποτέ. Καλύτερα 4 εκατομμύρια για δέκα χρόνια στην Ιταλία παρά 20 για δύο στην Αραβία, ειδικά στα 26».

Αντίθετα, ο Μόντριτς ήρθε στο πρωτάθλημά μας στα 40…

«Ο Λούκα είναι εντυπωσιακός. Μας αποδεικνύει ότι δεν πρέπει πάντα τα πάντα να συνδέονται με τη φυσική κατάσταση και την ταχύτητα. Δεν τρέχει τα 100 μέτρα σε 10 δευτερόλεπτα, αλλά νοητικά σκέφτεται 100 φορές καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, γιατί ξέρει ήδη τι να κάνει όταν του έρχεται η μπάλα. Έχω παίξει με τον Πίρλο: δεν ήταν αστραπή, αλλά νοητικά προλάβαινε ένα δευτερόλεπτο πριν από τους άλλους».

Πού θα έπαιζε σήμερα ο Ντάριο Χούμπνερ;

«Ως οπαδός της Ίντερ, θα έλεγα στην Ίντερ, θα ένιωθα άνετα εκεί. Σε κάποιο σημείο της καριέρας μου, ήμουν και πολύ κοντά: ήταν το καλοκαίρι του ’95, η χρονιά που ήρθε ο Μοράτι. Εγώ έπαιζα στη Τσεζένα και με ήθελαν ως τρίτο επιθετικό. Η ιδέα ήταν ο Μάρκο Ντελβέκιο να μεταγραφεί από τη Βενετία στη Τσεζένα, ενώ εγώ θα πήγαινα στο Μιλάνο. Όμως η Ρόμα μπήκε στη διαπραγμάτευση και ο Ντελβέκιο επέλεξε τους «τζιαλορόσι». Έτσι, εγώ έμεινα στη Τσεζένα, αυτός πήγε στη Ρόμα και η Ίντερ τελικά πήρε τον Μπράνκα. Σήμερα, όπως και τότε, θα δυσκολευόμουν να βρω θέση: στην ιεραρχία θα ήμουν πίσω από τον Πίο Εσποζίτο (χαμογελά, σημ. συντ.)».

Ακριβώς εναντίον της Ίντερ έγινε το ντεμπούτο του στη Σέριε Α.

«Τη νύχτα πριν τον αγώνα (31 Αυγούστου 1997) τα μεσάνυχτα, στο δωμάτιό μου, άνοιξα την τηλεόραση: το ατύχημα της Λαίδης Νταϊάνα. Έμεινα κολλημένος στην τηλεόραση μέχρι τις τρεις. Την επόμενη μέρα ήμουν ήρεμος, σχεδόν δεν συνειδητοποιούσα τίποτα: στα 20 μου έπαιζα στην Πρώτη Κατηγορία, στα 35 ήμουν στη Σέριε Α. Δούλεψα πολύ, χωρίς ευνοϊκές μεταχειρίσεις και χωρίς ατζέντες να με κάνουν να πηδήξω πέντε κατηγορίες. Μπήκα στο Σαν Σίρο στη μία και μισή, μπροστά σε 85.000 άτομα, και έβαλα το 1-0. Ενώ ήμουν στο γήπεδο δεν το συνειδητοποίησα· μετά το ντους, πριν ανέβω στο λεωφορείο, άναψα ένα τσιγάρο και είπα στον εαυτό μου: «Μπράβο, Ντάριο, μετά από 15 χρόνια σκόραρες στην Α’ Κατηγορία». Στην πραγματικότητα, αυτό που έκανε τη βραδιά μου λιγότερο αξέχαστη ήταν το ντουμπλ του Ρεκόμπα. Εξαιτίας του χάσαμε 2-1. Κάθε φορά που τον βλέπω, για να τον πειράξω, του λέω: «Σε δέκα χρόνια στην Ίντερ έπαιξες τρεις αγώνες, ένας από αυτούς εναντίον μου. Δεν μπορούσες να μείνεις στον πάγκο;»

Ο ίδιος αγώνας με το ντεμπούτο του Ρονάλντο, του «Φαινομένου»…

«Έχω γνωρίσει πολλούς καλούς παίκτες, θα έλεγα τους καλύτερους όλων των εποχών, αλλά μόνο ένα φαινόμενο: τον Ρονάλντο. Μόνο μία φορά σε 90 λεπτά προσπάθησα να τον πιέσω: είδα ότι δεν είχε ελέγξει καλά τη μπάλα και πήγα να του την κλέψω. Μόλις κούνησα το πόδι μου, ήταν ήδη ενάμισι μέτρο μπροστά. Δεν μπορώ να εξηγήσω πόσο δυνατός ήταν, αλλά και πόσο απίστευτος ως άνθρωπος. Μετά τον αγώνα μου έδωσε τη φανέλα του και του ζήτησα να βγάλουμε μια φωτογραφία. Παρεμπιπτόντως… Μπορώ να πω ένα ανέκδοτο;»

Ο Ρονάλντο, ένα φαινόμενο. Μια φορά προσπάθησα να τον πιέσω: δεν είχε ελέγξει καλά τη μπάλα, μόλις κούνησα το πόδι μου για να του την κλέψω, ήταν ήδη ενάμισι μέτρο μπροστά

Ντάριο Χούμπνερ

Παρακαλώ.

«Μπρέσια-Μίλαν: στην υπόγεια διάβαση φτάνει ο Πάολο Μαλντίνι. “Ντάριο, θα μου έδινες, σε παρακαλώ, τη φανέλα σου;” Νόμιζα ότι αστειευόταν. Στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου ήταν εκεί και με περίμενε. Ίσως να την χάρισε σε κάποιον φίλο (γέλια, σημ. συντ.), αλλά αν ο Μαλντίνι σου ζητήσει τη φανέλα, αυτό ισοδυναμεί με ένα χατ-τρικ στη Σέριε Α. Πρέπει να παραδεχτώ ότι πριν από τους μεγάλους παίκτες, γνώρισα μεγάλους ανθρώπους: Φερράρα, Μοντέρο, Ζιντάν, Μαλντίνι, Κοστακούρτα, Μπάτζιο… ταπεινοί άνθρωποι, «με τα πόδια στη γη». Εκείνη την εποχή, όποιος συμπεριφερόταν άσχημα, τον έβαζαν αμέσως στη θέση του οι μεγάλοι στα αποδυτήρια. Κανείς δεν τολμούσε να το παίζει σπουδαίος».

Έχετε βάλει ποτέ κάποιον στη θέση του;

«Τον Αμπροσίνι, την εποχή της Τσεζένα. Τον «μαλώναγα» συνέχεια. Εγώ ήμουν 25 ετών, αυτός 19, ερχόταν με την πρώτη ομάδα από το Μπόλκι. Με το κεφάλι ήταν φαινόμενο, αλλά όταν έδινε λάκτισμα… σκανδαλώδες (γελάει, σημ. συντ.). Στα φιλικά με έκανε να χάνω, και τότε του έδινα μερικές «τακτικές».

 

Ποιος ήταν αυτός που σας «έδωσε μια κουταλιά» με τη σειρά του;

«Δεν θα το έλεγα επίπληξη, αλλά τακτικά με τον Μπάτζιο δεν ταιριάζαμε καθόλου. Ήταν τύχη και ατυχία που παίξαμε μαζί: εκείνος ήθελε έναν επιθετικό που να παίζει ως στήριγμα, εγώ αγαπούσα να πηγαίνω βαθιά. Έτσι ήρθε ο Λούκα Τόνι στη θέση μου. Πέρα από αυτό, όμως, ο Ρομπέρτο είναι ένας εξαιρετικός, ταπεινός άνθρωπος. Εμείς ήμασταν η Μπρέσια των εργατών, και όταν ήρθε αυτός – κάποιος που μέχρι την προηγούμενη μέρα τον έβλεπες μόνο στην τηλεόραση – ήταν εντυπωσιακό. Είχε μια ασυνήθιστη ταπεινότητα και εντάχθηκε στην ομάδα σαν να ήταν εκεί εδώ και δέκα χρόνια. Το να είσαι κοντά του ήταν σαν να προπονείσαι δίπλα στο είδωλό σου: σου προκαλούσε δέος, φοβόσουν μην κάνεις κάποιο λάθος, αλλά σε δίδασκε χωρίς να μιλάει».

Εκείνη η Μπρέσια ήταν η Μπρέσια του Κάρλο Ματσόνε…

«Ο Καρλέτο ήταν μοναδικός. Σου έδινε ό,τι χρειαζόσουν, αλλά σε αντάλλαγμα απαιτούσε πάντα ένα πράγμα: το μέγιστο στο γήπεδο. Μια φορά έπρεπε να πάμε στην Περούτζια για αγώνα και ο σύλλογος ήθελε να φύγουμε την Παρασκευή με λεωφορείο, να διανυκτερεύσουμε στη Τσεζένα και μετά να ξαναξεκινήσουμε. Εγώ, ο Καλόρι, ο Μπάτζιο και ο Μπισόλι ρωτήσαμε: « Δεν μπορούμε να πάμε με αεροπλάνο το Σάββατο το πρωί;». Ο Κάρλο πήγε στον Κοριόνι και του το πρότεινε. Στο τέλος της προπόνησης μπήκε στα αποδυτήρια και μας είπε: «Παιδιά, τέρμα τα λεωφορεία, το Σάββατο πετάμε. Αλλά να θυμάστε: σας δίνω αυτό το πλεονέκτημα, αλλά την Κυριακή θέλω να δω έντεκα λιοντάρια στο γήπεδο». Ισοφαρίσαμε 2-2, αλλά ευτυχώς έβαλα δύο γκολ».

Η Εθνική ομάδα είναι μια λύπη;

«Στην αρχή θα απαντούσα όχι, γιατί μπροστά μου υπήρχαν παίκτες όπως ο Μπάτζιο, ο Ιντζάγκι, ο Βιέρι, ο Τότι. Παίρνω τον Μοντέλα ως παράδειγμα: κάποιος που κάθε χρόνο έβαζε 15-20 γκολ στη Σέριε Α και όμως στην Εθνική ομάδα έπαιξε ελάχιστα. Σήμερα, όμως, λέω: τουλάχιστον ένα φιλικό θα μπορούσαν να με αφήσουν να παίξω… Ήλπιζα ότι ο Τραπατόνι θα με καλούσε όταν τραυματίστηκε ο Βιέρι, αλλά τίποτα. Λυπάμαι γι’ αυτό, γιατί τα τελευταία 10 χρόνια έχω δει παίκτες με 5-6 συμμετοχές και κάποιους που κλήθηκαν ακόμη και πριν κάνουν το ντεμπούτο τους στη Σέριε Α, όπως ο Ζανιόλο. Στη δεκαετία του ’90, αν δεν είχες 200 συμμετοχές στη Σέριε Α, δεν πήγαινες καν στην εθνική ομάδα. Και τότε το πρόβλημα ήταν να διαλέξουμε αν θα παίξει ο Τότι ή ο Ντελ Πιέρο… Σήμερα πρέπει να πολιτογραφούμε επιθετικούς επειδή δεν έχουμε πια».

Ευθύνη των ακαδημιών;

«Ναι. Θυμάμαι την Τσεζένα: 25 παίκτες από τη Ρομάνια και τις Μαρκές στο ρόστερ. Στη Μπρέσια υπήρχαν παίκτες από τη Μπρέσια, τη Λομβαρδία, το Μιλάνο. Είχαμε πολλούς δυνατούς Ιταλούς. Κάθε χρόνο, από τις ομάδες Primavere, έβγαιναν 5-6 έτοιμοι παίκτες: τερματοφύλακες, αμυντικοί, μέσοι, επιθετικοί. Σήμερα, στις ομάδες «Primavere» της Σέριε Α, υπάρχουν πάρα πολλοί ξένοι. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν κερδίζουμε Ευρωπαϊκά ή Παγκόσμια Πρωταθλήματα: είναι παράλογο. Η Ιταλία χάνει και τους τερματοφύλακές της: έχουμε τον Ντονναρούμα και μετά; Κάποτε υπήρχαν οι Περούτσι, Μπουφόν, Τόλντο… είχαμε τους καλύτερους στον κόσμο».

Από την επίθεση έρχονται πολλές χαρές και ελπίδες για το μέλλον της «αζούρα».

«Ο Πίο Εσποζίτο είναι πολύ δυνατός, αλλά νέος. Έναν επιθετικό τον αξιολογείς πραγματικά στα 25 του. Πρέπει να ωριμάσει, να βελτιωθεί μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια. Θυμάμαι τέλεια τον Κουτρόνε: τον Σεπτέμβριο έπρεπε να είναι ο κεντρικός επιθετικός της Ιταλίας, τον Ιανουάριο δεν γινόταν πια λόγος γι’ αυτόν. Στην εποχή μου, ο Paolo Maldini, στα 18 του, είχε ήδη δύο σεζόν ως βασικός και έλεγαν: «Είναι καλός παίκτης». Ο νεαρός πρέπει να παίζει και να κάνει λάθη. Ο Camarda; Ελπίζω να παίξει πολύ στη Λέτσε, γιατί αλλιώς είναι άχρηστο. Σε αυτή την ηλικία πρέπει να αποκτήσεις εμπειρία. Εγώ θα πήγαινα στη Σέριε Β: 38 αγώνες, απέναντι σε αμυντικούς που σε χτυπούν, αποκτάς φυσική κατάσταση και γκολ, και μετά ανεβαίνεις. Στην Α με 20 λεπτά δεν αποδεικνύεις τίποτα. Πρέπει να ακολουθήσει την πορεία του Πίο: πρώτα τα πρώτα βήματα, μετά το άλμα».

Αδύνατο σε αυτό το σημείο να μην τον ρωτήσω για το Παγκόσμιο Κύπελλο…

«Είμαι αισιόδοξος γιατί ο Γκατούζο έχει το ιδιαίτερο χάρισμα να κάνει τους παίκτες να αγαπούν τη φανέλα, το στοιχείο που έλειπε περισσότερο μέχρι τώρα. Τα τελευταία χρόνια έχω δει πάρα πολλούς παίκτες που κλήθηκαν να επιστρέφουν σπίτι για «μικρά προβληματάκια». Αν ο Τραπατόνι με είχε καλέσει με πιασμένο μυ, θα έπαιζα ούτως ή άλλως και μετά θα έμενα εκτός για ένα μήνα. Η Εθνική είναι η Εθνική».

Leave a Reply